Λεβαντίνη
Η λεβαντίνη (ή σαντολίνα η χαμαιοκυπάρισσος ή cotton lavender) είναι αποτέλεσμα του φυσικού υβριδισμού των ειδών Lavandula officinalis και Lavandula spica, γι’ αυτό και διακρίνονται σε αυτή τα βασικά χαρακτηριστικά των συγκεκριμένων ειδών. Είναι φυτό ιθαγενές των παραμεσόγειων περιοχών και εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη τον 16ο αιώνα. Η λεβαντίνη συναντάται ως αυτοφυές φυτό σε ασβεστολιθικές οροσειρές της Ν. Ελλάδος, της Ν. Γαλλίας, της Ν. Ιταλίας, της Κορσικής, της Ν. Ισπανίας και του Αλγερίου. Καλλιεργείται σε όλη την Ελλάδα και ευδοκιμεί σε πεδινές και ημιορεινές περιοχές, καθώς και σε πλούσιες εκτάσεις ή μέτριας γονιμότητας.
Η λεβαντίνη ανήκει στην οικογένεια Compositae (Asteraceae) και στη τάξη Asterales. Είναι αειθαλής θάμνος με ξυλώδη βλαστό, πολύκλαδο με ύψος 20-50 cm. Έχει φύλλα αργυρότεφρα, επιφυή και πτεροσχιδή, και τα άνθη του είναι κίτρινα σε ακραία ταξιανθία.
Το ριζικό σύστημα της Santolina chamaecyparissus επιτρέπει την αξιοποίηση πολύ μικρών ιχνών εδαφικής υγρασίας, με αποτέλεσμα το φυτό να μπορεί να ευδοκιμεί σε πολύ θερμές και ξηρές περιοχές. Ωστόσο, κάτι αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι παρουσιάζει μεγάλη αντοχή και στους παγετούς του χειμώνα – σε θερμοκρασίες αρκετά κάτω του μηδενός – καθώς μπορεί να αναπτυχθεί σε βουνά με μεγάλο υψόμετρο. Βέβαια, η λεβαντίνη είναι ευπαθείς στους όψιμους παγετούς και έτσι προτιμάται η φύτευσή της στο νότιο τμήμα των λόφων και των βουνών.
Όσον αφορά στις εδαφικές της απαιτήσεις, προτιμά τα ασβεστώδη εδάφη, ωστόσο μπορεί να ευδοκιμήσει και σε άγονα, χαλικώδη εδάφη, τα οποία δεν ενδείκνυνται για την καλλιέργεια άλλων φυτών. Είναι πολύ ευαίσθητη στην υπερβολική υγρασία και δεν ευδοκιμεί σε όξινα εδάφη με κακή αποστράγγιση. Αναφορικά με τη λίπανση, προτιμάται ο συνδυασμός οργανικής και ανόργανης λίπανσης, και ο πολλαπλασιασμός της γίνεται με σπόρο, μοσχεύματα ή παραφυάδες. Ειδικά με την χρήση μοσχευμάτων μπορούν να καλλιεργηθούν φυτά με συγκεκριμένες, σταθερές και επιθυμητές ιδιότητες.
Η λεβαντίνη φυτεύεται φθινόπωρο ή άνοιξη και δεν έχει απαιτήσεις σε καλλιεργητικές φροντίδες. Ανθίζει Μάιο έως Ιούλιο και η παραγωγή της είναι ικανοποιητική από το 3ο έτος της εγκατάστασης της, ενώ μπορεί να δώσει μια μικρή παραγωγή και στο 2ο έτος (Πιερρακέας, 1971, Σκουμπρής, 1998). Επίσης, είναι αρκετά ανθεκτικό φυτό στις ασθένειες, ωστόσο αν προσβληθεί από το παθογόνο Phytophthora tentaculata προκαλείται σήψη ριζών και μίσχων.
Η λεβαντίνη είναι αρωματικό, φαρμακευτικό και καλλωπιστικό φυτό. Λόγω του ασημί-γκρι φυλλώματος και του αρώματός της χρησιμοποιείται κυρίως ως διακοσμητικό φυτό, ιδανικό για τη δημιουργία χαμηλών μπορντούρων σε κήπους, βραχόκηπους, χαλικόκηπους και πετρότοιχους. Προτιμάται ακόμη σε παραθαλάσσιες περιοχές λόγω της αντοχής της στην ξηρασία καθώς και σε αρωματικούς κήπους και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη του εδάφους, ιδιαίτερα σε συνδυασμό με άλλα ξερικά φυτά.
Το υπέργειο τμήμα της περιέχει αιθέριο έλαιο, το οποίο χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία και στη σαπωνοποιία. Δεν υπάρχει ικανοποιητικός αριθμός επίσημων ερευνών που να μελετούν και να αναλύουν τις ιδιότητες της λεβαντίνης, ωστόσο είναι ευρέως γνωστό ότι το έλαιο της έχει θεραπευτικά χαρακτηριστικά και χρησιμοποιείται ως φαρμακευτικό συστατικό καθώς παρουσιάζει αναλγητικές, αντικαρκινικές, αντιφλεγμονώδεις, αντιμικροβιακές, αντιοξειδωτικές και αντισπασμωδικές ιδιότητες.