Ρίγανη
Η λατινική ονομασία Origanum είναι συνδυασμός των λέξεων «όρος» και «γάνος» και η απόδοση είναι «ανανέωση του βουνού». Το φυτό Origanum vulgare L. είναι η γνωστή σε όλους μας ρίγανη, ενώ χρησιμοποιούνται και οι ονομασίες αγιορίγανη ή αγριορίγανος. Ιστορικά, γίνεται αναφορά στη ρίγανη από τον Διοσκουρίδη ως αγριορίγανος, ενώ καταγράφει την χρήση της ως αντίδοτο στο δάγκωμα από δηλητηριώδη ζώα. Επίσης, αναφέρει τη θερμαντική και μαλακτική της δράση, καθώς και τις ευεργετικές της ιδιότητες σε στομαχικές διαταραχές, βήχα, κ.ά.
Η ρίγανη ανήκει στην οικογένεια Lamiaceae και είναι αειθαλής, πολυετής θάμνος. Είναι αρωματικό φυτό, ιθαγενές, ποώδες, κυρίως της Μεσογείου και της Ασίας. Το συγκεκριμένο είδος έχει μεγάλη εξάπλωση, από τα Κανάρια νησιά, τη Μαδέρα, την Ευρώπη έως την Ανατολική, Δυτική και Κεντρική Ασία και την Ταϊβάν. Το ύψος της φτάνει τα 20 με 50 εκατοστά και σε ευνοϊκές συνθήκες περιβάλλοντος μπορεί να φτάσει και το ένα μέτρο, τόσο σε ύψος όσο και σε πλάτος σε βάθος χρόνου 2 έως 5 ετών. Είναι φρυγανώδες φυτό και ο βλαστός του είναι λεπτός, σκληρός, κοκκινωπού χρώματος και εύθραυστος. Τα φύλλα του Origanum vulgare L. είναι έμμισχα ωοειδή ή ελλειψοειδή, μικρά σε μέγεθος και αντίθετα. Η περίοδος ανθοφορίας είναι από τον Μάιο μέχρι τον Οκτώβριο, και τα άνθη του είναι λευκού ή μωβ χρώματος.
Η ρίγανη προτιμά τα καλά αποστραγγιζόμενα, ασβεστούχα εδάφη και φύεται από πολύ χαμηλό υψόμετρο στο επίπεδο της θάλασσας, μέχρι σε αρκετά υψηλότερο σε ορεινές περιοχές. Ευδοκιμεί σε τοποθεσίες με ηλιοφάνεια, αλλά και με μερική σκιά, είναι αρκετά ανθεκτική σε ξηρές συνθήκες περιβάλλοντος και απαιτεί ελάχιστες ποσότητες νερού. Επίσης, προτείνεται το κλάδεμα μετά την περίοδο της ανθοφορίας του καλοκαιριού και δεν απαιτείται κάποιο είδος λίπανσης.
Διακρίνονται έξι υποείδη του Origanum vulgare, τα οποία προκύπτουν με βάση τις διαφορές που υπάρχουν σε χαρακτηριστικά, στον αριθμό των άμισχων αδένων στα φύλλα, στους κάλυκες, στα βράκτια και στα άνθη. Τρία από αυτά τα υποείδη ευδοκιμούν στην Ελλάδα, και η κατανομή τους σχετίζεται με τις κλιματολογικές συνθήκες της κάθε περιοχής. Στη χώρα μας το πιο διαδεδομένο υποείδος είναι το hirtum, το οποίο έχει μικρά πράσινα βράκτια και λευκά άνθη και συναντάται κυρίως στη Νότια Ελλάδα και στα νησιά. Στην Βόρεια Ελλάδα, όπου το κλίμα είναι Ηπειρωτικό μεσογειακό, ευδοκιμούν τα υποείδη viridulum και vulgare. Το viridulum διαθέτει μεγάλα πράσινα βράκτια, ενώ το vulgare μεγάλα ιώδη βράκτια και ροδίζοντα-ιώδη άνθη. Γενικά, η ελληνική αυτοφυής ρίγανη παρουσιάζει ανθεκτικότητα σε μεγάλο εύρος θερμοκρασιών, από πολύ ψυχρές συνθήκες περιβάλλοντος στους -29°C έως τους καύσωνες στους 42°C.
Το φυτό Origanum vulgare L. χρησιμοποιείται ως καλλωπιστικό φυτό σε κήπους, ωστόσο φυτεύεται και ως εδώδιμο. Συναντάται σε κήπους και γλάστρες, χρησιμοποιείται για εδαφοκαλύψεις, σε βραχόκηπους ή ξηροτόπια και είναι εξαιρετικό μελισσοκομικό φυτό. Ακόμα, είναι σημαντική και η δράση του αιθέριου ελαίου και κάποιων εκχυλισμάτων της ρίγανης. Έχουν αποδεδειγμένη ανασταλτική δράση στην ανάπτυξη στελεχών βακτηρίων και μυκήτων, ακόμα και αυτών που προκαλούν τροφιμογενείς λοιμώξεις. Λόγω αυτού, η ρίγανη χρησιμοποιούνταν όχι μόνο ως άρτυμα στα τρόφιμα, αλλά και ως συντηρητικό. Επίσης, το αιθέριο έλαιο του Origanum vulgare L. βρίσκει χρήση στην αρωματοποιία, στην ποτοποιία και την αλλαντοποιία. Γενικά, οι μορφές που μπορεί να χρησιμοποιηθεί η ρίγανη ποικίλουν και εξαρτώνται από τα συμπτώματα που μπορεί να παρουσιάζονται, συμπεριλαμβανομένου του τσαγιού ή του βάμματος που χρησιμοποιείται κατά του κρυολογήματος και των πεπτικών ή αναπνευστικών διαταραχών, ενώ βελτιώνει τη γενική υγεία του σώματος. Τέλος, έχει γίνει αναφορά για την εισπνοή ατμού για την ανακούφιση από τον πονόδοντο.