Καλέντουλα

Η καλέντουλα (Calendula officinalis L.) είναι ένα από τα πιο γνωστά ετήσια φυτικά είδη στην κατηγορία των Αρωματικών και Φαρμακευτικών Φυτών. Η επιστημονική της ονομασία προέρχεται από την λατινική ονομασία kalendae που σημαίνει ημερολόγιο και συνδέεται με την ιδιότητα του φυτού να ανθίζει στις αρχές των περισσότερων μηνών του χρόνου. Είναι ευρέως γνωστή και ως pot marigold ή marigold, καθώς θεωρείται το άνθος με το χρώμα του Ήλιου της Παναγίας, δηλαδή «Mary’s Gold».

Στην Ελλάδα ωστόσο είναι γνωστή και ως νεκρολούλουδο, κατιφές, αδράχτι της γριάς ή κρόκος των φτωχών. Στη χώρα μας πέρα από το είδος C. officinalis θα συναντήσουμε και τα είδη C. arvensis και C. Suffruticosa. Θεωρείται ότι κατάγεται από τις παραμεσόγειες χώρες μέχρι και το Ιράν.

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων για την ελληνική φύση «ΦΙΛΟΤΗΣ» (https://filotis.itia.ntua.gr/) η καλέντουλα δεν αποτελεί απειλούμενο φυτό και δεν χρήζει ειδικής προστασίας.

 

Το φυτό αυτό είναι μονοετές (κάποιες φορές και διετές) ποώδες, με τρυφερούς βλαστούς που φέρουν λεπτό τρίχωμα. Μπορεί να φτάσει ύψος 40-50cm και φέρει εναλασσόμενα φύλλα μήκους 10cm, άμισχα, επιμήκη, ωοειδή, σταχτοπρασινου χρώματος, σαρκώδη με λεπτό τρίχωμα περιφερειακά. Τα άνθη είναι τυπικά της οικογένειας Αστεροειδών με διάμετρο έως 3-7cm και χρώματος κίτρινο έως πορτοκαλί. Οι σπόροι έχουν χαρακτηριστικό σχήμα άγκιστρου, ενώ η κεντρική ρίζα που φέρει πολλά μικρά λεπτά ριζίδια μπορεί να φτάσει τα 20cm.

Η C. officinalis μπορεί να καλλιεργηθεί για το άνθος, τα φύλλα καθώς και τον ελαιούχο σπόρο της. Ευδοκιμεί στα περισσότερα κλίματα με θερμοκρασίες άνω των  18°C και έχει μεγάλη αντοχή σε συνθήκες καύσωνα, με την προϋπόθεση να παρέχεται αρκετή ποσότητα νερού κατά την άρδευση της καλλιέργειας. Το ιδανικό pH εδάφους για το φυτό είναι αυστηρά 6-7 και δεν είναι επιθυμητή η απόκλιση από τις τιμές αυτές.

 

Η καλέντουλα είναι γνωστή για τις πολλαπλές ιδιότητες και δράσεις της, οι οποίες  οφείλονται στη φυτοχημική της σύνθεση. Τα δραστικά συστατικά της χωρίζονται σε μη πτητικά και πτητικά. Στα τελευταία περιλαμβάνονται οι χημικές ενώσεις που απαρτίζουν το αιθέριο έλαιο του φυτού, το οποίο έχει πολλές εφαρμογές σε διάφορους τομείς.

 

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (ΕΜΑ) έχει συμπεριλάβει τη καλέντουλα στις μονογραφίες του λαμβάνοντας υπόψη την χρήση της για τη θεραπεία μικρών φλεγμονών του δέρματος για την επούλωση πληγών και τη θεραπεία φλεγμονών του στόματος και του λαιμού. Επίσης, παρασκευάσματα του άνθους της έχουν προστεθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη λίστα με τις φυτοθεραπευτικές ουσίες.

Η καλέντουλα έχει ποικίλες ευεργετικές ιδιότητες και χρήσεις, οπότε βρίσκει εφαρμογή σε πολλούς και διαφορετικούς τομείς.

 

Στη φαρμακευτική χρησιμοποιείται κυρίως  για την επουλωτική της δράση στις πληγές, για την εντομοκτόνο δράση της αλλά και για τις αντιοξειδωτικές, αντιφλεγμονώδεις και αντιοιδηματικές ιδιότητες της. Βρίσκει εφαρμογές ως διεργετικό του ανοσοποιητικού συστήματος, ενώ έχει παρουσιάσει διπλή αντικαρκινική και επαγωγική δράση στα λεμφοκύτταρα αλλά και προστατευτική δράση του ήπατος. Ακόμα, εμφανίζει αντιβακτηριδιακές, αντιμυκητιασικές και αντιικές ιδιότητες. Σε μελέτες έχει παρατηρηθεί ότι το φυτό αυτό επιβραδύνει τον καρδιακό ρυθμό και μπορεί να συμβάλλει κατά του HIV.

 

Στον τομέας τροφίμων χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο του Crocus sativus (γνωστό ως σαφράν) και ως συστατικό σε σαλάτες. Καταναλώνεται σε μεγάλο βαθμό ως αφέψημα,  αλλά βρίσκει εφαρμογή στον χρωματισμό τυριών και βουτύρου (Deans & Simpson, 2003).

 

Αποτελεί βασικό συστατικό σε διάφορα προϊόντα κοσμετολογίας όπως κρέμες προσώπου και σώματος, λοσιόν και gel ή ακόμα και σε λάδια περιποίησης και σαμπουάν.

 

Τέλος, βρίσκει εφαρμογή και σε άλλους τομείς όπως για παράδειγμα η ζωγραφική. Μπορεί να συμβάλει στον έλεγχο εχθρών άλλων καλλιεργειών αλλά και στη συντήρηση ξύλων με επικάλυψη.

Μετάβαση στο περιεχόμενο