Ματζουράνα
Η μαντζουράνα, ή αλλιώς Origanum majorana, είναι πολυετής ποώδης θάμνος που αυτοφύεται σε χώρες της Ν. Ευρώπης και της Β. Αφρικής. Στην Ελλάδα δεν αυτοφύεται, αλλά καλλιεργείται σε κήπους και γλάστρες σαν καλλωπιστικό φυτό, ενώ σε άλλες χώρες καλλιεργείται συστηματικά. Στην αρχαία Ελλάδα ήταν γνωστή ως φάρμακο για την αντιμετώπιση στομαχικών και εντερικών ενοχλήσεων. Στο γένος Origanum ανήκουν περίπου 30 είδη, τα περισσότερα από τα οποία είναι της Μεσογειακής χλωρίδας και κάποια Ασιατικά.
Στην ελληνική χλωρίδα εντάσσονται τα εξής 7 είδη: Origanum heraklooticum (ρίγανη), Origanum vulgare (ρίγανη), Origanum onites (νησιώτικη ρίγανη), Origanum maru (συριακή ρίγανη), Origanumdubium Boiss. (άγρια ρίγανη), Origanum majorana (μαντζουράνα) και Origanum Dictamnus (δίκταμο).
Μορφολογικά μοιάζει με τη ρίγανη, αλλά έχει διαφορετικό άρωμα. Το ύψος της φτάνει τα 20-40cm, φέρει πολλές διακλαδώσεις και έχει σφαιρικό σχήμα. Τα φύλλα της έχουν μικρό μέγεθος, είναι ακέραια ωοειδή και αντιθέτως διατεταγμένα επί του βλαστού με έντονα ευχάριστη μυρωδιά. Το χρώμα τους είναι υποπράσινο γκρίζο και στην πάνω επιφάνεια τους είναι πιο ανοιχτό πράσινο, ενώ στην κάτω είναι πρασινόλευκο. Τα άνθη της μαντζουράνας είναι μικρά και πρασινόλευκα ή ροζ και εκφύονται στις μασχάλες των φύλλων καθ’ όλο το μήκος, αλλά και στο άκρο του βλαστού. Η ανθοφορία του φυτού διαρκεί από τον Ιούλιο έως τον Οκτώβριο.
Το φυτό Origanum majorana ευδοκιμεί σε περιοχές με ήπιο κλίμα, ενώ σε ψυχρά κλίματα με θερμοκρασίες κάτω των -12°C η ανάπτυξή του είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Οι ιδανικές συνθήκες ανάπτυξης για τη μαντζουράνα είναι σε παραθαλάσσιες και νησιωτικές περιοχές, καθώς και σε πλούσια, καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη. Επίσης, παρουσιάζει μεγάλη αντοχή στην ξηρασία και μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς πότισμα σε δροσερά και διαπερατά εδάφη. Όσον αφορά στην καλλιέργειά της, μπορεί να έχει σταθερή παραγωγή για 5 με 6 χρόνια και έχει απαιτήσεις σε αρκετά θρεπτικά συστατικά.
Η εποχή συγκομιδής εξαρτάται από τον σκοπό για τον οποίο καλλιεργείται. Αν πρόκειται να καλλιεργηθεί για το αιθέριο έλαιό της, τότε η συλλογή γίνεται μια φορά στο στάδιο της πλήρους άνθισης, όπου κόβεται όλο το υπέργειο τμήμα του φυτού. Αν ο τελικός σκοπός είναι η παραγωγή δρόγης, η συγκομιδή γίνεται δύο φορές τον χρόνο, κάθε φορά πριν την έναρξη της άνθισης, και συνήθως είναι Ιούνιο και Αύγουστο.
Η μαντζουράνα βρίσκει εφαρμογή σε διάφορους τομείς. Χρησιμοποιείται στη μαγειρική σαν καρύκευμα, μπορεί να προστεθεί σε σαλάτες, αλλά χρησιμοποιείται και σαν αρωματικό σε ξύδια. Καταναλώνεται ως αφέψημα κυρίως λόγω των τονωτικών ιδιοτήτων της, λειτουργεί κατά της δυσπεψίας και των πονοκεφάλων. Ανακουφίζει ακόμα από τις αϋπνίες, το άσθμα, τον βήχα και το κρυολόγημα. Έχει σπασμολυτικές, αντιεμετικές και εφιδρωτικές ιδιότητες, ενώ μπορεί να βοηθήσει σημαντικά σε παθήσεις του ουροποιητικού συστήματος. Επίσης, μπορεί να έχει διακοσμητικό ρόλο και θεωρείται μελισσοκομικό φυτό. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και το αιθέριο έλαιο της μαντζουράνας, καθώς χρησιμοποιείται σε αρώματα αλλά και καλλυντικά.