Μαύρη λεύκη
Populus nigra
Η μαύρη λεύκη φέρει τη λατινική ονομασία Populus nigra. Το γένος Populus περιλαμβάνει τα είδη λεύκης, ενώ το επίθετο nigra σημαίνει «μαύρη» και αναφέρεται στο σκούρο χρώμα του φλοιού των ώριμων δέντρων.
Η μαύρη λεύκη είναι φυλλοβόλο δέντρο της οικογένειας Salicaceae. Είναι αυτοφυές είδος της Ευρώπης, της Δυτικής Ασίας και της Βόρειας Αφρικής και συναντάται φυσικά σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, κυρίως κοντά σε ποταμούς, ρέματα και υγρές παραποτάμιες ζώνες, όπου σχηματίζει χαρακτηριστικές δενδρώδεις συστάδες.
Το δέντρο μπορεί να φτάσει σε ύψος από 20 έως 30 μέτρα, ενώ σε ευνοϊκές συνθήκες αναπτύσσει ισχυρό κορμό και πλατιά κόμη. Ο φλοιός είναι γκριζομαύρος και με την ηλικία αποκτά βαθιές σχισμές. Τα φύλλα είναι απλά, τριγωνικά έως ρομβοειδή, με οδοντωτή περιφέρεια και μακρύ μίσχο που τα καθιστά ευκίνητα στον άνεμο.
Η ανθοφορία πραγματοποιείται νωρίς την άνοιξη, πριν την έκπτυξη των φύλλων. Το είδος είναι δίοικο, με αρσενικά και θηλυκά άνθη σε διαφορετικά δέντρα. Τα άνθη σχηματίζουν ίουλους, ενώ οι καρποί είναι κάψες που απελευθερώνουν μικρούς σπόρους με χνοώδεις τρίχες, οι οποίοι διασπείρονται εύκολα με τον άνεμο.
Η μαύρη λεύκη ευδοκιμεί σε υγρά και βαθιά εδάφη, ιδιαίτερα σε παραποτάμιες περιοχές, όπου η υγρασία είναι υψηλή. Αναπτύσσεται ταχύτατα και προτιμά ηλιόλουστες θέσεις. Παρουσιάζει καλή αντοχή στο ψύχος, αλλά είναι λιγότερο ανθεκτική στην παρατεταμένη ξηρασία.
Ο πολλαπλασιασμός της γίνεται κυρίως με μοσχεύματα ή παραφυάδες, καθώς ριζώνει εύκολα. Η ανάπτυξή της είναι πολύ γρήγορη, γεγονός που την καθιστά σημαντικό είδος για αναδασώσεις και σταθεροποίηση παρόχθιων εδαφών. Μπορεί να προσβληθεί από έντομα και μυκητολογικές ασθένειες, ιδιαίτερα σε υποβαθμισμένα περιβάλλοντα.
Η μαύρη λεύκη χρησιμοποιείται κυρίως σε αναδασώσεις, σε έργα αποκατάστασης υγροτόπων και ως καλλωπιστικό δέντρο σε μεγάλους χώρους και πάρκα. Το ξύλο της έχει εμπορική χρήση σε ελαφρές κατασκευές, ενώ συμβάλλει σημαντικά στην οικολογική σταθερότητα των παραποτάμιων οικοσυστημάτων.