Μελισσόχορτο

Το μελισσόχορτο είναι αυτοφυές φυτό των μεσογειακών χωρών της Ευρώπης. Θεωρείται ότι κατάγεται από τη νότια Ευρώπη, ενώ συναντάται και σε περιοχές της βόρειας Αφρικής. Στην Ελλάδα αυτοφύεται σε υγρές πεδινές και ορεινές δασώδεις περιοχές με υψόμετρο έως 800 m στη Θράκη, στη Μακεδονία και σε νησιά του Ιονίου. Καλλιεργείται στη νότια και βόρεια Ευρώπη, στην Αμερική και στη δυτική Ασία.

 

Η επιστημονική του ορολογία είναι Melissa officinalis, ενώ η αγγλική κοινή ονομασία που χρησιμοποιείται είναι lemon balm. Είναι γνωστό και ως μελισσοβότανο, μελισσάκι, μέλισσα και κιτροβάλσαμο, και το όνομα του προκύπτει από την ιδιότητά του να προσελκύει τις μέλισσες.

Το μελισσόχορτο στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη το πρόσθεταν στο κρασί και μπορούσε να καταναλωθεί από το στόμα, αλλά και να εφαρμοστεί τοπικά για να θεραπεύσει τσιμπήματα, δαγκώματα και πληγές. Κατά την Αγιουβερδική φαρμακοποιία, μπορεί να συμβάλλει στη θεραπεία της δυσπεψίας που συνδέεται με την κατάθλιψη ή/και την ανησυχία. Επίσης, στην αρχαιότητα έβρισκε εφαρμογή ως τονωτικό, σπασμολυτικό, αντιδιαρροϊκό, κατά των πονοκεφάλων από το άγχος, καθώς και στην αντιμετώπιση νευρολογικών παθήσεων. Υπάρχουν και γραπτές αναφορές για ένα εκχύλισμα που είχε ως βάση το μελισσόχορτο και το αποκαλούσαν το «ελιξήριο της ζωής». Ακόμα, κατά τους εβραίους, το αιθέριο έλαιο του μελισσόχορτου αναφερόταν ως «bal-smin» και θεωρούταν το έλαιο των ελαίων.

 

To Melissa officinalis είναι πολυετής πόα με τετραγωνικό βλαστό που φέρει αραιό τρίχωμα, είναι πολύκλαδο και φτάνει ύψος 30-80 cm. Τα άνθη του είναι δίχειλα, σε μικρές ταξιανθίες και χρώμα λευκό, ανοιχτό ροζ ή κίτρινο ανάλογα με την ποικιλία. Η ανθοφορία του παρατηρείται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο. Τα φύλλα του είναι καρδιόσχημα, με τραχιά επιφάνεια, ελαφρώς οδοντωτά με μακρύ μίσχο και χαρακτηριστική μυρωδιά λεμονιού. Το μελισσόχορτο έχει πολύ μικρή απόδοση σε αιθέριο έλαιο, οπότε είναι μεγάλο το κόστος παραγωγής του και ακολούθως ιδιαίτερα υψηλή η τιμή πώλησης του στο καταναλωτικό κοινό.

Τα φύλλα αποτελούν τη δρόγη του που παρουσιάζει ενδιαφέρουσα και πολύπλοκη σύνθεση, στην οποία και οφείλονται πολλές από τις φαρμακολογικές ιδιότητες του. Τη σημερινή εποχή, πολλοί ειδικοί το προτείνουν για κατανάλωση ως αφέψημα για την αντιμετώπιση στομαχικών διαταραχών, ημικρανίας, αλλά και ως ενισχυτικό μνήμης. Ακόμα, τα εκχυλίσματα του φυτού έχουν αντιοξειδωτική, αντιφλεγμονώδη, στυπτική και αντιβακτηριδιακή δράση. Σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι το αιθέριο έλαιο του μελισσόχορτου έχει χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση της αύξησης των καρκινικών όγκων, την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων από τον έρπη και την αντιμετώπιση και πρόληψη της νόσου Alzheimer.

 

Τέλος, τα εκχυλίσματα και το αιθέριο έλαιο του Melissa officinalis βρίσκουν εφαρμογές και σε άλλους τομείς πέρα από τη φαρμακευτική, όπως η βιομηχανία των τροφίμων, η αρωματοποιία και η κοσμετολογία. Συγκεκριμένα στον τομέα των τροφίμων, με την εφαρμογή συγκεκριμένης τεχνολογίας, τα εκχυλίσματα του φυτού μπορούν να λειτουργήσουν σαν αντιοξειδωτικά για την πρόληψη της οξείδωσης των λιπιδίων και των πρωτεϊνών, ενώ βοηθούν στη διατήρηση του χρώματος, του αρώματος και της δομής του προϊόντος.

Μετάβαση στο περιεχόμενο