Θυμάρι
Το θυμάρι συναντάται ως αυτοφυές αλλά και ως καλλιεργούμενο φυτό σε πολλές περιοχές του πλανήτη. Το Thymus capitatuis Hoff. Et Link ή αλλιώς θυμάρι κεφαλωτό είναι από τα πιο γνωστά είδη και αυτοφύεται σε αρκετά μέρη της Ελλάδας, όπως επίσης και το Thymus serpyllum L. ή θυμάρι το έρπυλλο που συναντάται κυρίως σε ορεινές περιοχές. Ένα ακόμα είδος που είναι ευρέως γνωστό το οποίο συναντάται ως καλλιεργούμενο στη χώρα μας και είναι το κοινό θυμάρι ή Thymus vulgaris L., στο οποίο θα γίνει και η εκτενέστερη αναφορά. Η λέξη «Thymus» προέρχεται από την αρχαία Αίγυπτο από το «tham» ή «thm» που αναφέρεται σε είδος θυμαριού που χρησιμοποιούταν εκείνη την εποχή, ενώ στα ελληνικά καλούταν «θούμος» και «Λατίνθυμο». Η λατινική λέξη «vulgaris» σημαίνει «κοινό», εξού και η μετάφραση «κοινό θυμάρι». Όπως αναφέρθηκε, το θυμάρι ήταν γνωστό από την αρχαιότητα και άρχισε να χρησιμοποιείται ως φάρμακο από τον 16ο αιώνα. Σήμερα καλλιεργείται και χρησιμοποιείται για τις αρωματικές αλλά και τις φαρμακευτικές του ιδιότητες.
To Thymus vulgaris L. είναι μικρός ξυλώδης αρωματικός θάμνος και ανήκει στην οικογένεια των Χειλανθών (Lamiaceae). Το ύψος του φτάνει τα 20-40 εκατοστά και φέρει τετραγωνικούς βλαστούς. Τα φύλλα του είναι γκριζοπράσινα, μικρού μεγέθους και πολύ αρωματικά, ενώ τα άνθη του είναι μικρά, σε ταξιανθίες που σχηματίζουν κόρυμβο και συνήθως έχουν ρόδινο, ερυθροειδές ή λευκό χρώμα και είναι πολύ πλούσια σε νέκταρ. Το θυμάρι αναπτύσσεται κυρίως σε ημιορεινές περιοχές, ωστόσο μπορεί να ευδοκιμήσει σε θερμές αλλά και σε ψυχρές περιοχές. Προτιμά περιοχές όπου η μέση θερμοκρασία την άνοιξη και νωρίς το καλοκαίρι κυμαίνεται στους 20-30 °C και χρειάζεται πλήρη έκθεση στον ήλιο. Η χαμηλότερη θερμοκρασία που μπορεί να επιβιώσει είναι οι -32°C αφού αποβάλλει μεγάλο ποσοστό της βιομάζας του.
Το θυμάρι παρουσιάζει καλή ανάπτυξη σε ξηρικές περιοχές, ωστόσο σε ποτιστικές έχει πολύ μεγαλύτερη παραγωγή με προϊόν χαμηλότερης ποιότητας. Προτιμά ουδέτερα έως αλκαλικά εδάφη, με καλή αποστράγγιση και με ελάχιστη υγρασία. Οι απαιτήσεις σε νερό είναι μέτριες έως ελάχιστες ακόμα και σε περιόδους ξηρασίας. Παρουσιάζει ευαισθησία στη σήψη από βοτρύτη και στις σηψιρριζίες, ενώ μπορεί να προσβληθεί από ακάρεα και αφίδες.
Ο πολλαπλασιασμός του Thymus vulgaris L. γίνεται με σπόρο, παραφυάδες ή μοσχεύματα. Η φύτευση του γίνεται φθινόπωρο ή άνοιξη και η καλλιέργεια μπορεί να διατηρηθεί 7 με 8 χρόνια στο ίδιο χωράφι, εάν επικρατούν οι κατάλληλες εδαφοκλιματικές συνθήκες και εφαρμοστούν οι απαιτούμενες καλλιεργητικές εργασίες. Η λίπανση είναι απαραίτητη κάθε χρόνο όπως και h καταπολέμηση των ζιζανίων. Η ιδανική περίοδος συγκομιδής είναι τον Ιούνιο που το θυμάρι βρίσκεται σε πλήρη άνθηση.
Το θυμάρι καλλιεργείται για τη ξηρή δρόγη και το αιθέριο έλαιό του. Η ξηρή δρόγη καταναλώνεται σαν ρόφημα και αναμειγνύεται με άλλα αρωματικά φυτά, όπως το φασκόμηλο και η μέντα. Το αιθέριο έλαιο χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία. Επίσης, βρίσκει εφαρμογή στη βιομηχανία τροφίμων όπου εξασφαλίζει καλύτερη γεύση και άρωμα στα προϊόντα, όπως και στη φαρμακευτική που χρησιμοποιείται ως αντισηπτικό λόγω των ισχυρών ουσιών που περιέχει. Ακόμα, θεωρείται αποσμητικό, τονωτικό, χωνευτικό, εμμηναγωγό και τονωτικό, ενώ είναι από τα πιο γνωστά μελισσοτροφικά φυτά. Τέλος, χρησιμοποιείται ως καλλωπιστικό φυτό σε κήπους, είναι κατάλληλο για εδαφοκαλύψεις, μπορντούρες και ζαρντινιέρες.